Click to view slideshow
Ιστορία
 
Όταν ο Ιάκωβος Τσουρουνάκης στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 μιλούσε για το όνειρο του τον κοιτούσαν και έλεγαν «κρίμας τον άνθρωπ層 δηλαδή με λίγα λόγια ότι τρελάθηκε. Ήθελε να δει την Μηλιά που είχε την προγονική του περιουσία να παίρνει ζωή ξανά μετά από τέσσερις δεκαετίες εγκατάλειψης και αλόγιστης ανθρώπινης συμπεριφοράς, που είχαν φέρει τον τόπο σε δύσκολη κατάσταση περιβαλλοντικά. Ήθελε να αρχίσει να καλλιεργεί την γη ξανά και να παράγει βιολογικά προϊόντα, να αναδασώσει , να έχει μία μικρή κτηνοτροφική μονάδα, να περισώσει ότι είχε μείνει από τα χαλάσματα των σπιτιών του Μεσαιωνικού Οικισμού.

Στάθηκε τυχερός σε εκείνο το σημείο, περίπου το 1982, γιατί βρήκε τον κατά πολύ νεότερο του Γιώργο Μακράκη, έναν συγχωριανό του που και η δική του οικογένεια είχε περιουσία εκεί και έτσι μοιράστηκαν την ‘’κουζουλάδα’’ και ξεκίνησαν να δουλεύουν. Κάπου στην μέση αυτής της διαδρομής γεννήθηκε και η ιδέα της μετατροπής των παλαιών σπιτιών σε ξενώνες. Το 1990 κατάφεραν να εντάξουν την ιδέα προς χρηματοδότηση στο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Interreg και να ξεκινήσουν την ανακαίνιση η οποία κράτησε κυρίως 3 χρόνια.

Και εκεί βέβαια διάλεξαν τον δύσκολο δρόμο και σεβάστηκαν απόλυτα τα χαλάσματα και τα αναπαλαίωσαν με μεγάλη προσοχή ώστε να μην χαθεί η ταυτότητα τους. Εσωτερικά οι χώροι κρατήθηκαν ως είχαν και έγιναν μόνο μικροαλλαγές για να προστεθούν μπάνια και εξωτερικά διαμορφώθηκαν αυλές και καλντερίμια. Η μορφολογία του εδάφους δεν άλλαξε επίσης διατηρώντας αναλλοίωτη την αμφιθεατρική αρχιτεκτονική του οικισμού και συμβάλλοντας στην αρμονία των κτισμάτων με το φυσικό περιβάλλον. Οι πέτρες και τα ξύλα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν εξ ολοκλήρου από την Μηλιά και τα κοντινά χωριά, οι εργασίες ήταν χαμηλής κλίμακας κάτι που ταίριαζε απόλυτα στον Χώρο, η τεχνική του χτισίματος παρέμεινε η ίδια που προϋπήρχε. Οι τεχνίτες και οι εργάτες που δούλεψαν ήταν αποκλειστικά από τα γύρω χωριά και συνολικά οι πόροι χρησιμοποιήθηκαν πλήρως και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των εργασιών ήταν σχεδόν μηδενικό.

Έτσι την Άνοιξη του 1993 με χαρά ξεκίνησαν την λειτουργία των ξενώνων και ενός μικρού εστιατορίου που χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τα προϊόντα που παράγονταν επί τόπου αλλά και της γύρω περιοχής. Τότε ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τους επισκέπτες του νησιού αλλά και για τους ντόπιους και έτσι αργά αλλά σταθερά στέφθηκε με επιτυχία. Μέσα από αυτήν την καινούργια πρόταση μέσα στα χρόνια έχουν δημιουργηθεί πολλές μονάδες στην Κρήτη και στην υπόλοιπη Ελλάδα που αν και διαφορετικές μεταξύ τους έχουν συγγένεια με την φιλοσοφία της Μηλιάς:

‘’Την διατήρηση του κύκλου της ζωής με τρόπο που εξυπηρετεί τον άνθρωπο και το περιβάλλον με γνώμονα την Κρητική παράδοση και την ιστορία του τόπου. Γνωρίζοντας επίσης ότι οποιαδήποτε μη φιλική πράξη προς το περιβάλλον έχει τις συνέπειες  της, είμαστε προσεκτικοί σε ότι πράττομε. Κρατώντας ζωντανή την παράδοση, χωρίς να κλείνουμε τα μάτια στο παρόν και στο μέλλον, προάγομε τον πολιτισμό στην πιο απλή μορφή του. Θεωρούμε ανάγκη στις μέρες μας να θυμούνται οι γεροντότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι πως βίωναν οι προγενέστεροί τους.’’

Πέντε χρόνια αργότερα προστέθηκε, ο Τάσος, εξ Αθηνών ορμώμενος, που στάθηκε τυχερός να πέσει πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους και μοιράστηκε το πάθος τους. Το 2000 δημιουργήσαμε ένα καινούργιο εστιατόριο πάνω στις ίδιες αρχές που διέπουν τον χώρο, όπου σήμερα από πολλούς επισκέπτες μας θεωρείται ένας από τους πιο ατμοσφαιρικούς χώρους στο νησί. Σήμερα την Μηλιά κατευθύνουν κυρίως ο Γιώργος και ο Τάσος, όπου μαζί με τους συνεργάτες τους συνεχίζουν την προσπάθεια με την παλαιά πυξίδα.